ΑΓΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, ΚΑΣΤΡΟ ΑΝΤΙΜΑΧΕΙΑΣ
Μέσα στο Κάστρο της Αντιμάχειας υπάρχουν τρεις ναοί, η Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Νικόλαος
και η Παναγία Ελεημονήτρια. Υπάρχουν, επίσης, δύο ακόμη ανώνυμοι ναοί
σε ερειπιώδη κατάσταση, ο ένας 60 μ. νότια της Αγίας Παρασκευής. Ο μεγαλύτερος απ' όλους-και μέχρι σήμερα λειτουργούμενος ναός του Κάστρου της Αντιμάχειας- ο ναός της Αγίας Παρασκευής είναι μονόχωρο οικοδόμημα, ορθογώνιας κάτοψης (εσωτ.διαστ. 13.28 Χ 4.92 μ.) και καλύπτεται με κλειστή καμάρα (καμαροσκεπής) και υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι). Η ανατολική του πλευρά περατούται σε μιαν αψίδα, εσωτερικά ημικυκλική και εξωτερικά πεντάπλευρη. Στο μέσον της δυτικής πλευράς ανοίγεται είσοδος (πλατ.1.15 μ). Δεύτερη είσοδος ανοίγεται στο δυτικό άκρο της νότιας πλευράς. Η Αγία Παρασκευή είναι χτισμένη στο ανατολικό μέρος του οχυρωμένου χωριού. Το μέγεθος, η θέση, η επιμελημένη κατασκευή και η ύπαρξη ευρύχωρου σχετικά περιβόλου δείχνουν ότι η Αγ. Παρασκευή προοριζόταν εξ'αρχής να είναι ο κύριος ενοριακός ναός του φρουρίου. Αν και δεν έχουν σωθεί αρχικά επιγραφικά ή χρονολογικά στοιχεία, η ανυπαρξία οικοδομικών φάσεων-εμφανών τουλάχιστον-δημιουργεί την εντύπωση ότι ο ναός χτίστηκε στα μέσα του 15ου αι., κατά τη φάση, δηλαδή, ανέγερσης του οικισμού και έμεινε αλώβητος στο μεγάλο σεισμό του 1493 λόγω καλής κατασκευής, ή ότι ανεγέρθηκε εκ θεμελίων μετά τον καταστροφικό αυτό σεισμό, με την επιφύλαξη ότι τότε επικρατούσε στο κάστρο αναστηλωτικό κυρίως πνεύμα. Στα μέσα, πάντως, παρά στο τέλος του 15ου αι., φαίνεται μάλλον να ανήκουν δύο ολόσωμες μορφές, δωρητών ή επισήμων προσώπων, ζωγραφισμένες στον Δ. τοίχο, δίπλα στη Δ. είσοδο. Η τοιχοποιία αποτελείται από αργολιθοδομή και ασβεστοκονίαμα. Η νότια εξωτερική πλευρά εμφανίζει είδος πλινθοπερίβλητης τοιχοδομίας. Εδώ, αργότερα προστέθηκε μια δοκαροσκέπαστη αποθήκη με πολεμιστροειδή παραθυράκια. Πολλά στοιχεία παραπέμπουν σε αντίληψη ότι διασώζονται "βυζαντινές" αναμνήσεις και παραδόσεις, όπως π.χ, τα κενά ανάμεσα στις σχετικά συμμετρικά χτισμένες πέτρες συμπληρώνονται με πλήθος βησάλων τοποθετημένων σε οριζόντιες στρώσεις. Το στοιχείο όμως που σίγουρα απηχεί τις βυζαντινές παραδόσεις είναι οι διπλές σειρές οδοντοειδώς τοποθετημένων τούβλων που ανισοεξέχουν περιμετρικά στις εξωτερικές απολήξεις των τοίχων. Άλλα βυζαντινά στοιχεία είναι τα "ηχεία" στο εσωτερικό του μνημείου αλλά και τα επάλληλα τυφλά αψιδώματα στην πεντάπλευρη αψίδα, που θυμίζουν μνημεία συνδεόμενα με την κωνσταντινοπολίτικη αρχιτεκτονική παράδοση. Το δάπεδο καλύπτεται με πήλινες τετράγωνες πλάκες. Στις δύο μακρές εσωτερικές πλευρές του ναού υπάρχουν ανά 4 πεσσοί, που στηρίζουν ενισχυτικά σφενδόνια (τόξα). Οι δύο δυτικοί φέρουν ως επιθήματα παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα με την διάτρητη τεχνική. Εντός και εκτός του ναού υπάρχουν διάφορα αρχιτεκτονικά μέλη, (έχουν χρησιμοποιηθεί σπόλια ρωμαϊκών, παλαιοχριστιανικών και βυζαντινών χρόνων) τα οποία προέρχονται από παλαιότερα οικοδομήματα. Μεταξύ άλλων είναι και τα εξής: α. (στο Ιερό) Κυλινδρικός βωμός από λευκό μάρμαρο με βουκράνια και γιρλάντες. Χρησιμεύει ως στήριγμα της πλάκας της Αγίας Τράπεζας. Πάνω του υπάρχει η επιγραφή: "ΤΙΜΑΧΙΔΑΣ ΠΑΥΣΑΝΙΑ". Η πλάκα της Αγίας Τράπεζας είναι επίθημα παλαιοχριστιανικού κιονόκρανου.
β. Κάλυμμα λειψανοθήκης με σαμαρωτή στέγη (τετρακλινή) και 4 ανάγλυπτους σταυρούς.Βάση κυλινδρικού, αρράβδωτου κίονα, με πλίνθο εξαγωνικού σχήματος. Παλαιοχριστιανικά κιονόκρανα. Επίθημα διαχωριστικού αμφικιονίσκου παραθύρου. γ. Κοσμήτης Τέμπλου με ανάγλυπτο διάκοσμο, με ελικοειδείς βλαστούς, ρόμβους, ρόδακες και σταυρούς. Το υπάρχον βημόθυρο (τέμπλο) με τις παραστάσεις των Αγίων Αποστόλων και ο σταυρός του σημερινού απλού κλειστού τέμπλου είναι λαϊκά έργα του 19ου αι. προερχόμενα από άλλη εκκλησία (ίσως από τον καταπεσόντα ενοριακό ναό των Αγ. Αποστόλων Αντιμάχειας). δ. Φαιόχρωμο μάρμαρο ορθογώνιου σχήματος, που βρίσκεται πάνω από τη δυτική είσοδο του ναού- με ανάγλυπτο σταυρό και εγχάρακτη επιγραφή "ΑΝΑΚΕΝΗCΘΙ Η ΑΓΙΑ ΠΑΡΑCΚΗ 1797". (πρώτη γραπτή αναφορά στον ναό γίνεται στον Κώδικα Β' του Αρχείου Δουλείας της Ιεράς Μητροπόλεως της Κω, τα έτη 1804, 1815, 1819. Στην πράξη του 1804 αναφέρεται ότι η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής είχε ήδη φτιαχτεί (επισκευαστεί ή ανοικοδομηθεί) πριν 8 χρόνια, δλδ το 1796. Εννοείται ότι η εκκλησία προϋπήρχε.) ε. Ιπποτικό οικόσημο από λάρτιο λίθο. πρόκειται για οικόσημο του Μεγάλου Μαγίστρου του Τάγματος των Ιπποτών της Ρόδου PIETRO D' AUBUSSON (1476-1503). Στις εσωτερικές επιφάνειες των τοίχων του ναού διατηρούνται ελάχιστα λείψανα από τοιχογραφίες. Ειδικότερα στη δυτική πλευρά και πάνω από την είσοδο διατηρούνται λείψανα από μνημειώδη παράσταση της Μελλούσης Κρίσεως (Αποκάλ.Ιωάννου). Πρόκειται για μέτριας ποιότητας τοιχογραφίες, πιθανά του 17ου αι. (Βολανάκης) Δίπλα στην πόρτα διακρίνονται κάτω από τα ασβεστώματα δύο ολόσωμες ευλύγιστες μορφές,μικρών σχετικά, διαστάσεων, οι οποίες φέρουν μακριά ενδύματα. Η μία φιγούρα φέρει ένα πελώριο κάλυμμα στο κεφάλι που ίσως δηλώνει κάποιον αξιωματούχο. Παρά την πολύ κακή διατήρηση η τοποθέτηση στα μέσα του 15ου αι. φαίνεται ως η πιο πιθανή. Στο άνω μέρος του τοίχου τοποθετείται ο Χριστός ένθρονος κριτής περιστοιχιζόμενος από μερικές δυσδιάκριτες ολόσωμες ιερές μορφές. Στο κάτω μέρος ο άγγελος της ζυγοστασίας. Πρόκειται για έργο με έντονα λαϊκά χαρακτηριστικά το οποίο ανήκει πιθανότατα στα τέλη του 18ου αι (Μαστορόπουλος). Κάποτε, πριν αρκετά χρόνια, 30 ίσως, για το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής του Κάστρου της Αντιμάχειας, ο κόσμος έφτανε με γαϊδουράκια, οι γυναίκες έκαναν ολονυκτία και έστρωναν μέσα στον Ναό κιλίμια μαζί με τα παιδιά ή εγγονάκια τους για να ψάλουν το συναξάρι της Αγίας με αυτοσχέδιους δεητικούς στίχους όπως: Αγία μου Παρασκευή
που'σαι μέσα στο Κάστρο
και στη φτωχή μου την ψυχή
του ουρανού το άστρο
Αγιά Παρασκευούλα μου
με το μελί τσεμπέρι
βλέπετα τα παιδάκια μου
που'ναι στα ξένα μέρη.
Αγιά Παρασκευούλα μου
που'σαι μέσα στο Κάστρο
βλέπετα τα παιδάκια μου
του χρόνου να ξανάρτω.
Αγιά Παρασκευούλα μου
που κάθεσαι στο Θρόνο
βλέπετα τα παιδάκια μου
νάρκομαι κάθε χρόνο.
*Στον ναό μπήκαμε με τη βοήθεια του Πατέρα Διονύσιου, τον οποίο και ευχαριστούμε πολύ.
Πηγή: Χριστιανικά Μνημεία της Νήσου Κω-ΙΙ Τοιχογραφημένοι Ναοί Βυζαντινής και Μεζαβυζαντινής Εποχής- Δρ. Ιωάννου Ηλ. Βολανάκη ΤΑ ΚΩΑΚΑ-τόμος Γ' σελίδες 80-82
Αντιμάχεια Κώα, 2002, Γ. Μαστορόπουλος (σ. 131-136)"Εκκλησία
Κω Δωδεκανήσου"-Τόμος Πρώτος, βιβλίον Δεύτερον, Αθήνα 1969-Εμμανουήλ Ι.
Καρπάθιου (Μητροπολίτου Μεσημβρίας της επί Ευξείνω) (Τόμος Α'-βιβλίο
Β'- σ.117-121)
Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά:
Saint Paraskevi, Antimachia Castle Inside Antimachia Castle there are three churches: Saint Paraskevi, Saint Nicholas, and Panagia Eleimonitria. There are also two additional unnamed churches in a ruined state, one of them located about 60 metres south of Saint Paraskevi.
The largest of them—and the only church within the castle that continues to function today—is Saint Paraskevi. It is a single-aisled, rectangular church (internal dimensions: 13.28 × 4.92 m) covered by a barrel vault and waterproof hydraulic mortar (kourasani). Its eastern side terminates in an apse that is semicircular on the interior and pentagonal on the exterior. The main entrance (1.15 m wide) opens in the centre of the western façade, while a second entrance is located at the western end of the southern wall.
Saint Paraskevi stands in the eastern part of the fortified settlement. Its size, prominent position, careful construction, and the relatively spacious enclosure surrounding it indicate that it was originally intended to serve as the principal parish church of the fortress.
Although no original inscriptions or dated evidence have survived, the apparent absence of later construction phases suggests either that the church was built in the mid-15th century, during the establishment of the settlement, and survived the great earthquake of 1493 thanks to its solid construction, or that it was rebuilt from its foundations after that devastating earthquake, bearing in mind that restoration was the prevailing practice within the castle at the time. In any case, two full-length painted figures—probably donors or distinguished individuals—on the western wall beside the entrance appear to date to the middle rather than the end of the 15th century.
The masonry consists of rough local stone bonded with lime mortar. The exterior of the southern wall displays a type of brick-framed masonry. At a later period, a timber-roofed storeroom with loophole-style windows was added to this side. Several architectural features preserve Byzantine building traditions. For example, the gaps between the carefully arranged stones are filled with numerous small pebbles laid in horizontal courses.
A particularly distinctive Byzantine feature is the double row of projecting saw-tooth brick decoration running around the upper exterior edges of the walls. Other Byzantine characteristics include the acoustic jars embedded within the interior walls and the superimposed blind arches on the pentagonal apse, recalling monuments associated with the architectural tradition of Constantinople. The floor is paved with square terracotta tiles.
Along each of the two long interior walls stand four piers supporting strengthening transverse arches. The two western piers are crowned with Early Christian pierced capitals serving as impost blocks.
Both inside and outside the church are numerous spolia—architectural members reused from Roman, Early Christian, and Byzantine buildings. Among the most notable are:
a. Inside the sanctuary, a cylindrical white marble altar decorated with bucrania (ox skulls) and garlands serves as the support for the Holy Altar table. It bears the inscription "TIMACHIDAS PAUSANIAS." The altar slab itself is the impost block of an Early Christian capital.
b. A reliquary lid with a gabled roof (hipped on four sides) decorated with four relief crosses; the base of a plain cylindrical column with a hexagonal plinth; several Early Christian capitals; and the impost block of a bifora window mullion.
c. A templon architrave decorated in relief with spiral vines, lozenges, rosettes, and crosses. The existing sanctuary doors depicting the Holy Apostles, together with the cross of the present simple enclosed iconostasis, are folk works dating to the 19th century and probably originated from another church, perhaps the former parish church of the Holy Apostles in Antimachia.
d. A grey marble slab above the western entrance bearing a relief cross and the incised inscription:
"SAINT PARASKEVI WAS RESTORED 1797". The first written references to the church appear in Codex B of the Archives of Servitude of the Holy Metropolis of Kos for the years 1804, 1815, and 1819. A document from 1804 records that the church had already been rebuilt or repaired eight years earlier (around 1796), clearly indicating that the church itself is considerably older.
e. A Hospitaller coat of arms carved in Lartian stone, belonging to Grand Master Pierre d'Aubusson (1476–1503) of the Knights of Rhodes.
Only a few fragments of the church's wall paintings survive today. Above the western entrance are remains of a monumental representation of the Last Judgement (Book of Revelation). These frescoes are of moderate artistic quality and are probably 17th-century works (Volanakis). Beside the entrance, beneath layers of whitewash, two slender full-length figures wearing long garments can still be discerned. One of them wears a large headdress that may indicate an official or dignitary. Despite their poor state of preservation, these paintings are most likely attributable to the mid-15th century. In the upper register appears Christ enthroned as Judge, surrounded by several indistinct standing saints, while below is the Angel of the Weighing of Souls. This composition, characterised by strong folk-art elements, most probably dates to the late 18th century (Mastoropoulos).
Several decades ago, during the feast of Saint Paraskevi at Antimachia Castle, pilgrims would arrive on donkeys. The women would remain overnight, spreading woven rugs (kilimia) inside the church with their children or grandchildren as they chanted the saint's life together with improvised devotional verses such as:
My Saint Paraskevi,
who dwells within the Castle,
be the heavenly star
of my humble soul.
My dear Saint Paraskevi,
with your honey-coloured headscarf,
watch over my children
who live in distant lands.
My dear Saint Paraskevi,
who dwells within the Castle,
watch over my children
so that next year I may return.
My dear Saint Paraskevi,
who sits upon the Throne,
watch over my children
that I may come back every year.
We were able to enter the church with the assistance of Father Dionysios, whom we warmly thank.