Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

Τάσος Ηλιάδης: η τέχνη ενός ανθρώπου του μόχθου

Τάσος Ηλιάδης: η τέχνη ενός ανθρώπου του μόχθου
Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλούν την τέχνη μέσα τους χωρίς να την έχουν διδαχθεί ποτέ. Άνθρωποι που δεν πέρασαν από πανεπιστήμια, ούτε από σχολές καλών τεχνών, κι όμως καταφέρνουν να εκφράζουν με τον πιο αυθεντικό τρόπο την ευαισθησία, την σκέψη και την ψυχή τους. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι ο Τάσος Ηλιάδης.
Ο Τάσος Ηλιάδης γεννήθηκε το 1940. Άνθρωπος της δουλειάς και του μόχθου, ελαιοχρωματιστής στο επάγγελμα, έζησε μια ζωή με τα χέρια μέσα στη δουλειά και τον καθημερινό αγώνα. Οι σπουδές του περιορίστηκαν στο Δημοτικό σχολείο. Κι όμως, μέσα του υπήρχε μια καλλιτεχνική φλέβα που δύσκολα μπορεί να εξηγηθεί. Μια εσωτερική ανάγκη έκφρασης, που εδώ και δεκαετίες βρίσκει διέξοδο τόσο στην ποίηση όσο και στη ζωγραφική. Πήρε, λοιπόν, τις μπογιές του και τα πινέλα του και τα μετουσίωσε σε τέχνη.
Η ποίησή του έχει μια ιδιαίτερη "αρχιτεκτονική" (όπως περήφανα λέει ο ίδιος) και μια βαθιά ευαισθησία. Οι λέξεις του, οι εικόνες του και ο τρόπος με τον οποίο στήνει τους στίχους του προκαλούν συχνά έκπληξη, ιδιαίτερα όταν γνωρίζει κανείς πως πρόκειται για έναν άνθρωπο που δεν είχε τη δυνατότητα ανώτερων σπουδών. Στα ποιήματά του διακρίνεται μια ποιότητα σκέψης και μια ωριμότητα που θα περίμενε κανείς από έναν μορφωμένο λογοτέχνη. Κάθε στίχος του μοιάζει να γεννιέται αβίαστα από μια βαθιά εσωτερική ανάγκη.
Ένα ακόμη ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής του Τάσου Ηλιάδη είναι η απόλυτα προσωπική της μορφή. Δεν ακολουθεί συμβατικούς κανόνες ούτε στη σύνταξη ούτε στη στίξη. Στα κείμενά του απουσιάζουν συχνά τα κόμματα και οι τελείες, ενώ πολλές φορές παρεμβάλλει κεφαλαία γράμματα μέσα στη μέση μιας πρότασης, σαν να θέλει να φωτίσει συγκεκριμένες λέξεις και να τους δώσει ιδιαίτερο βάρος και σημασία. Η γραφή του μοιάζει να ακολουθεί περισσότερο τον εσωτερικό ρυθμό της σκέψης και του συναισθήματος παρά τους τυπικούς γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Αυτή η ανάγκη για δημιουργία είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Τάσου Ηλιάδη. Δεν τον απασχολεί το υλικό, ούτε η «κατάλληλη» επιφάνεια για να ζωγραφίσει ή για να γράψει. Πολλά από τα ποιήματά του είναι γραμμένα στην πίσω πλευρά ψηφοδελτίων, σε πρόχειρα χαρτιά ή σε ό,τι βρεθεί μπροστά του την στιγμή της έμπνευσης. Το ίδιο συμβαίνει και με τη ζωγραφική του· χαρτόνια, κομμάτια χαρτιού και απλά υλικά μετατρέπονται στα χέρια του σε φορείς έκφρασης. Για εκείνον, η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια· είναι ανάγκη.

Παράλληλα με την ποίηση, ο Τάσος Ηλιάδης έχει δημιουργήσει ένα σημαντικό ζωγραφικό έργο, συμμετέχοντας σε πολλές ομαδικές αλλά και ατομικές εκθέσεις. Παράλληλα, ομορφαίνει με τα πινέλα του ό,τι βρεθεί μπροστά του, όπως την Βρύση στην Πέρα Γειτονιά. Η ζωγραφική του, όπως και η ποίησή του, χαρακτηρίζεται από αυθεντικότητα, ελευθερία και προσωπικό ύφος. Η τέχνη λειτουργεί στον αυτοδίδακτο καλλιτέχνη ως οδός προς την αυτογνωσία.
Τον γνώρισα την περίοδο που, επί διεύθυνσης του Αλέκου Μαρκόγλου, οργανώσαμε μια έκθεση ζωγραφικής του με το 1ο ΓΕΛ Κω, στο Πολύκεντρο Θαλασσινού. Εκεί ήρθα πρώτη φορά σε επαφή με τον ιδιαίτερο κόσμο του. Όμως αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο ήταν κάτι που έμαθα αργότερα: ο Τάσος Ηλιάδης ήταν ο κουμπάρος των γονιών μου. Είχε παντρέψει τους γονείς μου κι εγώ το αγνοούσα μέχρι τότε.
Από εκείνη τη στιγμή ακολούθησαν πολλές συνεργασίες και συναντήσεις. Σήμερα, μέσα από τη νέα συνεργασία μας με το ΕΠΑΛ, προχωρά η προσπάθεια έκδοσης της νέας του ποιητικής συλλογής, η οποία αριθμεί πλέον περίπου 400 ποιήματα. Ένα τεράστιο έργο ζωής, γεννημένο όχι μέσα από ακαδημαϊκές διαδρομές ή λογοτεχνικούς κύκλους, αλλά μέσα από την καθημερινότητα ενός ανθρώπου που δεν σταμάτησε ποτέ να δημιουργεί.
Ο Τάσος Ηλιάδης αποτελεί μια ζωντανή απόδειξη πως η τέχνη δεν μετριέται με τίτλους σπουδών, αλλά με την αλήθεια, την ευαισθησία και την ανάγκη του ανθρώπου να εκφραστεί.

Το ακόλουθο απόσπασμα είναι από "Μια συζήτηση του Τάσου Ηλιάδη με τον Μηνά Χατζηαντωνίου"
"Γεννήθηκα το 1940. Παιδί του πολέμου. Θυμάμαι την Ενσωμάτωση, τις μοτοζάτερες που έφεραν τους πρώτους Έλληνες χωροφύλακες.

Η πρώτη επαφή μου με τη ζωγραφική ήταν στο δημοτικό. Ζωγράφιζα με μολύβι ήρωες του ’21 και ποιητές, τον Παλαμά, Κρυστάλλη, Σολωμό, Βαλαωρίτη. Στην 5η και 6η τάξη είχα δάσκαλο τον Ιωαννίκειο Συσκαμάνη, τον ζωγράφιζα την ώρα του μαθήματος και ενώ με είχε αντιληφθεί με άφηνε, το κράτησε το έργο. Μετά το δημοτικό, πήγα κατευθείαν στη δουλειά. Είχα να παντρέψω αρκετές αδερφές. Έζησα μέσα σε νευρώσεις και εντάσεις. Η παιδική ηλικία ήταν μονότονη. Ο πατέρας μου, ελαιοχρωματιστής, ζωγράφιζε λαϊκότροπα. Δεν επηρεάστηκα όμως απ’ αυτόν. Ήθελα από νωρίς κάτι πιο προχωρημένο. Διάβαζα Ντοστογιέφσκι, ήθελα και αναζητούσα άλλο δρόμο. Τα τελευταία είκοσι χρόνια θα έλεγα ότι άρχισε να φαίνεται μια πιο συστηματική έκφρασή μου στα εικαστικά.

Με την ποίηση, εκφράζομαι τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Μου έμεινε και περισσότερος χρόνος όταν σταμάτησα να εργάζομαι επαγγελματικά.

Με τη ζωγραφική και την ποίηση υπάρχει ένας παραλληλισμός στην έκφραση, ο ένας τρόπος με τα χρώματα, ο άλλος με τις λέξεις."
Ο "δικός μου" Ηλιάδης πάνω σε χαρτόκουτο 

Το ποίημα "Ξενάγηση" από την ποιητική του συλλογή "Αίθριος Λόγος"

Ξενάγηση

Περιπατητή όταν τον δρόμο πάρεις προς τα πέρα
πέτρες θα δεις να ξέρεις μοναχές.
Στην μικρή τους γεωγραφία ζώα σφαγμένα
επάνω τους θα δεις.
Πρόσωπα πουλιών, θαλασσινά κοχύλια.

Καλά αν προσέξεις νεράιδες θα δεις, φίδια,
οικόσημα θεών, γεύματα, ασπίδες αρχαγγέλων,
ακτές με λάβα απολιθώματα θρόνων.

Και αν από κει βγεις στην πόλη προχωρώντας,
ξένο από το όνειρο κρατήσου στον πρώτο
φοίνικα που θα δεις, γερά.

Είναι η είσοδος του μεγάλου τσίρκου
με τα θηρία τα πανύψηλα κλουβιά,
μάτια που κολυμπούν στην στέρνα του κενού.

Θα δεις τον Ορέστη γυμνό στο περιστύλιο
με απλανές το βλέμμα τσιγάρο να καπνίζει.

Εδώ είναι ο γύρος του θανάτου
που δίνει τα ρέστα, οι κουφοί, οι ζητιάνοι,
οι μονόφθαλμοι που γλύτωσαν τον Καιάδα.

Ευχαρίστησέ τους για την ξενάγηση
που σου έτυχε θα σού 'λεγα να δοκιμάσεις
για φυλαχτό μια πέτρα.

Γιατί η νύχτα και η πέτρα βαραίνουν
μόνο τα πόδια του θανάτου.

Νησίδες 12 | ΠΟΡΤΡΑΙΤΑ

Η συνέντευξη του Τάσου Ηλιάδη με τον Μηνά Χατζηαντωνίου και το ποίημα "Ξενάγηση" είναι από το Περιοδικό Τέχνης και Λόγου «Νησίδες», τεύχος 12 (Χειμώνας 2014-15)

Κείμενο, Φωτογραφίες: Sophia Karagianni

Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά:

Tasos Iliadis: the art of a man of labor

There are people who carry art within them without ever having been taught it. People who never attended universities or schools of fine arts, and yet manage to express their sensitivity, thoughts, and soul in the most authentic way. One such person is Tasos Iliadis.

Tasos Iliadis was born in 1940. A man of work and hardship, a house painter by profession, he lived a life with his hands immersed in labor and everyday struggle. His education was limited to elementary school. And yet, within him there existed an artistic vein that is difficult to explain. An inner need for expression, which for decades has found its outlet both in poetry and in painting. So, he took his paints and brushes and transformed them into art.

His poetry has a particular “architecture” (as he himself proudly says) and a deep sensitivity. His words, his imagery, and the way he structures his verses often provoke surprise, especially when one knows that he is a man who never had the opportunity for higher education. In his poems one can discern a quality of thought and a maturity one would expect from an educated literary writer. Each of his verses seems to be born effortlessly from a deep inner necessity.

Another distinctive characteristic of Tasos Iliadis’ writing is its completely personal form. He does not follow conventional rules either in syntax or punctuation. In his texts, commas and full stops are often absent, while many times he inserts capital letters in the middle of a sentence, as though he wishes to illuminate certain words and give them special weight and meaning. His writing seems to follow more the internal rhythm of thought and emotion than formal grammatical and syntactical rules.

This need for creation is perhaps the most characteristic feature of Tasos Iliadis. He is not concerned with the material, nor with the “appropriate” surface on which to paint or write. Many of his poems are written on the back side of ballot papers, on scraps of paper, or on whatever happens to be in front of him at the moment inspiration strikes. The same applies to his painting; cardboard, pieces of paper, and simple materials are transformed in his hands into vehicles of expression. For him, art is not a luxury; it is a necessity.

Alongside poetry, Tasos Iliadis has created a significant body of visual artwork, participating in many group as well as solo exhibitions. At the same time, he beautifies with his brushes whatever comes before him, such as the Fountain in Pera Geitonia. His painting, like his poetry, is characterized by authenticity, freedom, and a personal style. For the self-taught artist, art functions as a path toward self-knowledge.

I met him during the period when, under the direction of Alekos Markoglou, we organized an exhibition of his paintings with the 1st General High School of Kos at Polykentron Thalassinou. It was there that I first came into contact with his unique world. But what moved me most was something I learned later: Tasos Iliadis had been the best man at my parents’ wedding. He had married my parents, and I was unaware of it until then.

From that moment on, many collaborations and meetings followed. Today, through our new collaboration with the EPAL vocational high school, efforts are underway for the publication of his new poetry collection, which now numbers approximately 400 poems. An enormous life’s work, born not through academic paths or literary circles, but through the everyday life of a man who never stopped creating.

Tasos Iliadis is living proof that art is not measured by academic titles, but by truth, sensitivity, and the human need for expression.
The following excerpt is from “A conversation between Tasos Iliadis and Minas Chatziantoniou”:

“I was born in 1940. A child of war. I remember the Union, the motorcycles that brought the first Greek policemen.
My first contact with painting was in elementary school. I used to draw heroes of 1821 and poets with a pencil — Palamas, Krystallis, Solomos, Valaworitis. In the 5th and 6th grade I had Ioannikios Syskamanis as a teacher; I used to draw him during class and, although he had noticed me, he let me continue. He kept the drawing.
After elementary school, I went straight to work. I had several sisters to marry off. I lived amid nervousness and tension. Childhood was monotonous. My father, a house painter, painted in a folk style. However, I was not influenced by him. From an early age I wanted something more advanced. I read Dostoevsky; I wanted and searched for a different path. During the last twenty years, I would say that a more systematic expression of myself in the visual arts has begun to emerge.
Through poetry, I have been expressing myself during the last twelve years. I also had more free time once I stopped working professionally.
With painting and poetry there exists a parallelism in expression: one way through colors, the other through words.”

“My” Iliadis on cardboard

The poem “Guidance” from his poetry collection Aethrios Logos (“Clear-Sky Speech”)
Guidance

Wanderer, when you take the road toward beyond,
you will see stones standing alone.
In their small geography
you will see slaughtered animals upon them.
Faces of birds, seashells.

If you look carefully, you will see fairies, snakes,
coats of arms of gods, meals, shields of archangels,
shores with lava, fossils of thrones.

And if from there you emerge into the city while walking,
hold yourself firmly, far from the dream,
to the first palm tree you see.

It is the entrance to the great circus
with the beasts, the towering cages,
eyes swimming in the cistern of emptiness.

You will see Orestes naked in the colonnade
staring blankly while smoking a cigarette.

Here is the cycle of death
paying back the change, the deaf, the beggars,
the one-eyed who escaped the Kaiadas.

Thank them for the guidance
you happened to receive; I would tell you to try
carrying a stone as a talisman.

Because night and stone weigh down
only the feet of death.

Nisides 12 | PORTRAITS
The interview of Tasos Iliadis with Minas Chatziantoniou and the poem “Guidance” are from the Art and Literature Magazine Nisides, issue 12 (Winter 2014–15).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου