ΑΓΙΟΙ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ
Μέσα στην καρδιά της πόλης, στην οδό Ιπποκράτους, βρίσκεται το πιο καλά κρυμμένο εκκλησάκι της Κω. Ο Άγιος Κωνσταντίνος. (βρίσκεται ακριβώς πίσω από το Γιαννιώτικο).
ΝΔ του αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς, όπου βρίσκεται η Βασιλική του Λιμένος ή της Χώρας, κείται ο ναός των Αγίων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης (21 Μαΐου). Πρώτη μνεία γι' αυτόν το ναό γίνεται στον Κώδικα Α’, Αρχείου Δουλείας, Μητροπόλεως Κω το 1763 (όπου αναφέρεται ότι για να μαζεύεται ο μισθός του Ιεροκήρυκα, ο Άγιος Κωνσταντίνος, όπως και όλοι οι Ενοριακοί Ναοί, αποφασίστηκε να δίνει τρία γρόσια κατ’ έτος, άγνωστο για πόσα χρόνια)
Στον Κώδικα Β’, το 1802, ο ναός τιτλοφορείται «Του Αγίου Ενδόξου Θεοστέπτου και Ισαποστόλου Κωνσταντίνου». Το 1816, όμως, η τιτλοφορία επεκτείνεται: «Των Αγίων Ενδόξων Θεοστέπτων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης».
Σύμφωνα με τον Ιταλό αρχαιολόγο, Morricone, το ναϊδριο του Αγίου Κωνσταντίνου είναι ακριβώς χτισμένο κοντά στο βόρειο άκρο της αγοράς της πόλης Κω, μέχρι τα μέσα του ΣΤ’ μ.Χ αιώνα. Η αγορά θεωρείται ότι καταστράφηκε κατά το σεισμό του 554 μ. Χ.
Χρονολογείται το 15ο αιώνα. Είναι μονόχωρος, καμαροσκέπαστος ναός με ημικυλινδρική αψίδα στ' ανατολικά. Οι εσωτερικοί τοίχοι είναι κατά το πλείστον επιχρισμένοι με ασβεστοκονίαμα. Διακρίνονται σπαράγματα του εικονογραφικού διάκοσμου που χρονολογείται πιθανόν το 16ο αιώνα.


Στον Κώδικα Β’ αναφέρεται επίσης ότι επί των ημερών του μαστρο-Αντώνη αγόρασε ο άγιος Κων/νος ένα σπίτι από την
Παναγία Γοργοποιήν για 200 γρόσια κι είναι της εκκλησίας. Σε πράξη που υπογράφει ο Αρχιεπίσκοπος Γεράσιμος, επιβεβαιώνεται ότι Επίτροπος του Ναού ως τις 20 Μαρτίου του 1816 ήταν ο κυρ Ηλιαμής Παύλου, που διαδέχτηκε τον μαστρο-Αντώνη Τζιρλιμίδη? μετά το θάνατό του για 13 χρόνια. Τότε ανατέθηκε η επιτροπεία στα χέρια του διακο-Αντώνη Γεμενόγλου. Στις 5/12/1843, ενώπιον του Μητροπολίτη Παγκρατίου, Δημογέροντες και Πρόκριτοι πόλεως Κω έδωσαν ένα χάλασμα που ανήκε στον Άγιο Κων/νο στον Σταμάτη Κεκέν να το ανοικοδομήσει με δικά του έξοδα, με μια συμφωνία: να ανήκει πάλι στην εκκλησία του Αγίου Κων/νου μετά το θάνατο της μητρός του και της τυφλής αδερφής του. Ο ναός επέζησε της καταστροφής του μεγάλου σεισμού του 1933.

Πρόκειται για μετρίων διαστάσεων οικοδόμημα (εσωτερ. διάστ. 7,41 Χ 3,53 μ.και εξωτερ. διάστ. 8,70 Χ 5,20 μ.) το οποίο καλύπτεται με κτιστή καμάρα και φέρει εξωτερικά υδραυλικό κονίαμα (κουρασάνι). Η ανατολική αυτού πλευρά περατούται σε μίαν ημικυκλικήν αψίδα (χορδής 3.00 και βέλους 1.50 μ.). Στο δυτικό τμήμα της νότιας εσωτερικής πλευράς ανοίγεται μια είσοδος (πλάτους 0,95 μ.). Δεύτερη είδοδος ανοίγεται στο μέσον της δυτικής πλευράς του ναού (πλάτους 0,92 μ.), εκατέρωθεν της οποίας ανοίγεται ανά ένα παράθυρο (πλάτους 0,62 μ.). το δάπεδο του ναού καλύπτεται με τετραγώνου σχήματος φαιόχρωμες πλάκες (διαστ. 0,33 Χ 0,33 μ.).
Ο ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης χτίστηκε στη θέση παλαιότερου ναού, τα θεμέλια του οποίου διακρίνονται εξωτερικά. Η ανατολική πλευρά του παλαιότερου αυτού ναού επερατούτο προς Ανατολάς σε μιαν αψίδα, εσωτερικά ημικυκλική και εξωτερικά τρίπλευρη ή ημιεξαγωγική (μήκος πλευράς 2,50 μ. περίπου).
Κι ο παλαιότερος ναός είχε χτιστεί στη θέση άλλου, μεγάλων διαστάσεων, ο οποίος έφερε μία μεγάλη, ημικυκλική αψίδα προς Ανατολάς και νάρθηκα προς Δυσμάς. Πρόκειται πιθανότατα για παλαιοχριστιανική βασιλική, τα λείψανα των τοίχων της οποίας διατηρούνται κατά χώραν και σε χαμηλότερο επίπεδο, καθώς και ικανά μαρμάρινα αρχιτεκτονικά μέλη, σαφέστατα παλαιοχριστιανικών χρόνων. Μεταξύ άλλων περιλαμβάνονται: διαχωριστικοί αμφικιονίσκοι παραθύρων, επιθήματα αμφικιονίσκων κ.ά.
Στο εσωτερικό του ναού διατηρούνται λείψανα από τοιχογραφίες, ήτοι:
Ι. Ιερό Βήμα
Στον χώρο του Ιερού Βήματος δε διακρίνεται κανένα λείψανο τοιχογραφιών. Εκείνες, που υπήρχαν αρχικά, εκαλύφθησαν αργότερα από επιχρίσματα.
ΙΙ. Κυρίως ναός
Νότιος τοίχος: Στο δυτικό τμήμα του νότιου τοίχου εικονίζεται ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, ολόσωμος, όρθιος, μετωπικός. Με το δεξί χέρι φέρει ξίφος, ενώ με το αριστερό ποτήριον. Διατηρείται μόνο από την οσφύ και άνω, ενώ το κατώτερο τμήμα αυτού έχει καλυφθεί με επιχρίσματα. Η παράσταση του Αρχαγγέλου Μιχαήλ φέρει χτυπήματα από οξύληκτο όργανο (σφυρί), για την καλύτερη πρόσφυση του κονιάματος. Η τοιχογραφία είχε καλυφθεί με μεταγενέστερα επιχρίσματα και αποκαλύφθηκε πρόσφατα, ύστερα από έρευνες της 4ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Δωδεκανήσου.
Βόρειος τοίχος: Στη
βόρεια εσωτερική πλευρά του κυρίως ναού διατηρούνται λίγα λείψανα από
τοιχογραφίες, ήτοι (από Δ. προς Α.):
- Μέγας Βασίλειος: Εικονίζεται από την οσφύ και πάνω, μετωπικός, με μακρύ πρόσωπο και πλούσιο, καστανό γένι. Φορεί πολυσταύριο φελόνιο και σταυροφόρο ωμοφόριο. Με το δεξί χέρι ευλογούσε, ενώ με το αριστερό κρατεί κώδικα Ευαγγελίου.
- Άγιος αδιάγνωστος. Διακρίνονται λείψανα από το κεφάλι του.
- Θεοτόκος βρεφοκρατούσα: Εικονίζεται η Θεοτόκος αριστεροκρατούσα, στον τύπο της Οδηγήτριας. Το πρόσωπο της Θεοτόκου και του Χριστού περιβάλλεται από ανάγλυφα φωτοστέφανα, τα οποία φέρουν έκτυπο διάκοσμο.
- Λείψανα από τέσσερεις αδιάγνωστες παραστάσεις. Πρόκειται για μετρίας ποιότητας τοιχογραφίες, πιθανώς του 16ου αιώνα.







Ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά:
SAINTS CONSTANTINE AND HELEN
In the heart of the town, on Hippokratous Street, lies one of the most well-hidden chapels of Kos: the church of Church of Saints Constantine and Helen (located just behind the Gianniotiko).
Southwest of the archaeological site of the Ancient Agora of Kos, where the Harbour (or Town) Basilica stands, is the church of the Holy and Equal-to-the-Apostles Constantine the Great and Helen (feast day: 21 May).
The first reference to this church appears in Codex A of the Archive of Servitude of the Metropolis of Kos in 1763, where it is recorded that, in order to pay the salary of the preacher, the church of Saint Constantine—like all parish churches—was required to contribute three grosia annually (for an unspecified number of years).
In Codex B (1802), the church is titled: “Of the Holy, Glorious, God-crowned and Equal-to-the-Apostles Constantine.” By 1816, the title was expanded to include Saint Helen: “Of the Holy, Glorious, God-crowned and Equal-to-the-Apostles Constantine and Helen.”
According to the Italian archaeologist Morricone, the chapel of Saint Constantine was built near the northern edge of the ancient agora of the city of Kos, which remained in use until the mid-6th century AD. The agora is believed to have been destroyed by the Earthquake of 554 AD.
The church dates to the 15th century. It is a single-aisled, barrel-vaulted structure with a semi-cylindrical apse on the eastern side. The interior walls are mostly coated with lime plaster. Fragments of painted decoration survive, likely dating to the 16th century.
Codex B also mentions that during the time of master Antonis, the church of Saint Constantine purchased a house from Panagia Gorgoepikoos for 200 grosia, which became church property. In a document signed by Archbishop Gerasimos, it is confirmed that until 20 March 1816, the church warden was Kyr Iliamis Pavlou, who had succeeded master Antonis Tzirl... after his death for a period of 13 years. The wardenship was then entrusted to Deacon Antonis Gemenoglou.
On 5 December 1843, in the presence of Metropolitan Pangratios, the elders and notables of Kos granted a ruined property belonging to Saint Constantine to Stamatis Keken, so that he could rebuild it at his own expense. The agreement stipulated that the property would revert to the church after the death of his mother and his blind sister.
The church survived the destruction caused by the 1933 Kos earthquake.
It is a medium-sized building (internal dimensions: 7.41 × 3.53 m; external: 8.70 × 5.20 m), covered with a built vault and externally coated with hydraulic mortar (kourasani). The eastern side ends in a semicircular apse. There is an entrance on the western part of the south wall (width 0.95 m) and a second entrance in the middle of the west wall (width 0.92 m), flanked by two windows. The floor is paved with square grey tiles (0.33 × 0.33 m).
The current church was built on the site of an earlier one, whose foundations are still visible externally. This earlier church had an apse that was semicircular internally and three-sided externally.
That structure, in turn, had been built over an even larger earlier building, probably an Early Christian basilica, featuring a large semicircular apse to the east and a narthex to the west. Remains of its walls survive in situ at a lower level, along with numerous marble architectural elements clearly dating to the Early Christian period, including colonette dividers and their decorative capitals.
Wall paintings (surviving remains)
Sanctuary (Bema)
No visible remains of wall paintings survive today, as they were later covered with plaster.
Main nave
South wall:
A full-length depiction of Archangel Michael, standing frontally. He holds a sword in his right hand and a vessel in his left. Only the upper part survives; the lower part has been covered with plaster. The surface bears marks from a sharp tool used to help the plaster adhere. The fresco had been covered by later coatings and was only recently revealed after conservation work.
North wall:
Fragmentary remains of frescoes survive, including:
Basil the Great, depicted from the waist up, frontal, with a long face and rich brown beard, wearing a cross-decorated vestment and holding a Gospel codex.
An unidentified saint (only part of the head survives).
The Virgin Mary holding Christ, in the Hodegetria type, with embossed halos featuring decorative patterns.
Fragments of four additional unidentified representations.
These frescoes are of moderate quality and likely date to the 16th century.